My inquiries begin with the earliest forms of worship, our kinship with non-human beings and the spiritual landscapes of the Mediterranean. A sea where animist traditions met and merged, where cosmologies recognized the world as a community of interconnected subjects in which agency is not confined to the human.

This experience is, for the most part, buried beneath centuries of dogmatic, colonial, and rationalist overlays. The relational gaze toward the animate landscape weakens, and the objective gaze is idealized. The more the world is treated as an object of control and extraction, the more its spiritual and symbolic dimensions recede from view. Yet the memory of this experience, in soul and body, individually and collectively, can return.

With painting as a way of seeing, I attempt to recover an embodied desire for communion with a reality that questions the distinctions between human and nature, natural and supernatural. It is an exercise in listening to a world that never stopped speaking, but that we learned to ignore. It proposes an understanding of self-determination not only as an individual capacity, but also as something that emerges through relation and participation. It points toward forms of collective attunement, toward a shared determination for plural and open futures, against non-symbiotic forces that restrict the ways we dream and inhabit the world. It is a practice of re-enchantment, grounded in the culture that shapes me daily.

Οι αναζητήσεις μου ξεκινούν από τις αρχαιότερες μορφές λατρείας, τη συγγένειά μας με τα μη ανθρώπινα όντα και τα πνευματικά τοπία της Μεσογείου. Μια θάλασσα όπου ανιμιστικές παραδόσεις συναντήθηκαν και συνενώθηκαν, όπου κοσμολογίες αναγνώριζαν τον κόσμο ως κοινότητα αλληλένδετων υποκειμένων, στην οποία η δράση δεν περιορίζεται στον άνθρωπο.

Αυτή η εμπειρία είναι, στο μεγαλύτερο μέρος της, θαμμένη κάτω από αιώνες δογματικών, αποικιοκρατικών και ορθολογιστικών επιστρώσεων. Το σχεσιακό βλέμμα προς το έμψυχο τοπίο αδυνατίζει, και το αντικειμενικό βλέμμα εξιδανικεύεται. Όσο περισσότερο ο κόσμος αντιμετωπίζεται ως αντικείμενο ελέγχου και εκμετάλλευσης, τόσο περισσότερο οι πνευματικές και συμβολικές του διαστάσεις υποχωρούν από το οπτικό πεδίο. Όμως η μνήμη αυτής της εμπειρίας, στην ψυχή και στο σώμα, ατομικά και συλλογικά, μπορεί να επανέλθει.

Με τη ζωγραφική ως τρόπο αντίληψης, επιχειρώ να ανακτηθεί μια ενσώματη επιθυμία για κοινωνία με μια πραγματικότητα που αμφισβητεί τις διακρίσεις μεταξύ ανθρώπου και φύσης, φυσικού και υπερφυσικού. Πρόκειται για μια άσκηση ακρόασης ενός κόσμου που δεν έπαψε να μιλά, αλλά που μάθαμε να αγνοούμε. Προτείνει μια κατανόηση της αυτοδιάθεσης όχι μόνο ως ατομικής ικανότητας, αλλά και ως κάτι που αναδύεται μέσα από τη σχέση και τη συμμετοχή. Στρέφεται προς μορφές συλλογικού συντονισμού, προς μια κοινή αποφασιστικότητα για πληθυντικά και ανοιχτά μέλλοντα, απέναντι σε δυνάμεις που αρνούνται τη συμβίωση και περιορίζουν τους τρόπους με τους οποίους ονειρευόμαστε και κατοικούμε τον κόσμο. Είναι μια πρακτική επαναγοήτευσης, θεμελιωμένη στον πολιτισμό που με διαμορφώνει καθημερινά.